Friday, May 20, 2005

Outsourcing War

http://www.enet.gr/online/online_text?c=111&id=13941760

Πόλεμος στο Ιράκ με το «κλειδί στο χέρι»!Οι πολυεθνικές των μισθοφόρωνΗ ιδιωτικοποίηση της βίας

Του SAMI ΜΑΚΚΙ *

Κλασικά, ο πόλεμος προσδιορίζεται ως έργο δημοσίων στρατευμάτων. Ωστόσο, ιστορικά, δράστες συγκρούσεων υπήρξαν συχνά ιδιωτικοί φορείς με κερδοσκοπικούς στόχους. Σήμερα, η χαοτική κατάσταση στο Ιράκ αναδεικνύει τη χωρίς προηγούμενο σημασία της «ανάθεσης σε τρίτους» ορισμένων λειτουργιών άμυνας από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ιδιωτικές στρατιωτικές εταιρείες (ΙΣΕ) προσφέρουν άνδρες, υπηρεσίες και υλικά, και καταλαμβάνουν εκεί μια ολοένα αυξανόμενη θέση στην αρχιτεκτονική εθνικής ασφαλείας. Η προσφυγή στις λεγόμενες επιχειρήσεις «ασφαλείας» διευκολύνει την επιλεκτική προώθηση δυνάμεων στο εξωτερικό, επεκτείνει τη γεωπολιτική και τεχνολογική επιρροή των μεγάλων δυνάμεων, επιτρέπει να παρακάμπτονται οι κοινοβουλευτικοί έλεγχοι, αποφεύγει τις δυσάρεστες συνέπειες ενεργειών αμφίβολης νομιμότητας, υποκαθιστά τον στρατό με περιορισμένα μέσα.
Στις χώρες του Νότου, η προσφυγή στις ΙΣΕ είναι ένδειξη της γενικής εξασθένησης των κρατών, των οποίων οι προϋπολογισμοί συρρικνώνονται. Στις βιομηχανικές χώρες, επιτρέπει στις πολιτικές ελίτ να χρησιμοποιούν, προς όφελός τους, τα πορώδη σύνορα ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Σε όλες τις περιπτώσεις, αυτή η ανάμειξη των ειδών, συγχέοντας τα σημεία αναφοράς, πραγματοποιείται στα περιθώρια του δικαίου και της πολιτικής ευθύνης.
Λίγους μήνες μετά την πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσέιν, στο Ιράκ υπολογίζονταν σε περίπου 20.000 τα άτομα που σχετίζονταν με την ιδιωτική ασφάλεια.
Στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου η αναλογία ήταν ένας ιδιώτης προς 100 στρατιώτες. Το 2004 η αναλογία έγινε 2/10.
Η ανικανότητα των αμερικανικών στρατευμάτων να διατηρήσουν την τάξη και η αυξανόμενη ζήτηση από διεθνείς φορείς, όπως οι αμερικανοί επενδυτές που είναι παρόντες στο Ιράκ, εξηγούν αυτό το φαινόμενο. Με την επιδείνωση των συνθηκών ασφαλείας, αυτές οι δυτικές ομάδες -οι ιδιωτικές στρατιωτικές εταιρείες (ΙΣΕ) ή «Private Military Companies»- ουσιαστικά πολλαπλασιάστηκαν για να αποτελούν επισήμως ένα σύνολο πάνω από είκοσι πέντε ΙΣΕ, ουσιαστικά αμερικανικές και βρετανικές, που έχουν καταγραφεί από τις υπηρεσίες του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών στο κείμενο με τίτλο «Security Companies Doing Business in Iraq», με ημερομηνία Μαΐου 2004. Αυτές οι εταιρείες δεν είναι παρά το εμφανές εμπορικό τμήμα ενός πιο σκοτεινού κόσμου.
Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, οι πρακτικές ανάθεσης έργων σε τρίτους (outsourcing) αναπτύχθηκαν γρήγορα στο πλαίσιο των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, κάτω από τις συνδυασμένες συνέπειες της παγκοσμιοποίησης των στρατιωτικο-βιομηχανικών μονάδων, του περιορισμού των ενόπλων δυνάμεων και των απαιτήσεων «εξορθολογισμού» των αμυντικών προϋπολογισμών. Η ανάθεση έργων σε τρίτους, προωθημένη μορφή υπεργολαβίας για σημαντικά οικονομικά μεγέθη, η οποία συνεπάγεται καταμερισμό κινδύνων ανάμεσα στο κράτος και την ιδιωτική βιομηχανία, αποτελεί καταρχήν μια εφαρμογή των μεθόδων της νέας δημόσιας διαχείρισης (New public management), που είναι σύμφωνη με τις φιλελεύθερες πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων(1).
Ανάθεση σε τρίτους
Αυτοί οι νέοι συνεταιρισμοί ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα υποτίθεται ότι ανταποκρίνονται στις πιέσεις του προϋπολογισμού και αποδεσμεύουν κεφάλαια, τα οποία επιτρέπουν να εκσυγχρονιστούν οι ένοπλες δυνάμεις, να αναπτυχθούν και να αποκτήσουν νέα οπλικά συστήματα.
Το υπουργείο Αμυνας βεβαίωνε έτσι, το 2002, ότι μπορούσε να εξοικονομήσει πάνω από 11 δισεκατομμύρια δολάρια, ανάμεσα στο 1997 και το 2005, χάρη στην ανάθεση έργων σε τρίτους. Επρόκειτο κυρίως για εξαγγελίες που απέβλεπαν να συγκαλύψουν τις συνέπειες του μετασχηματισμού της οργάνωσης και της οικονομίας της άμυνας, με τη μείωση του αριθμού των απασχολούμενων σε ομοσπονδιακό επίπεδο, προς όφελος του ιδιωτικού τομέα.
Οι επικρίσεις ήταν σκληρές όταν ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε, τον Οκτώβριο του 2002, ότι πάνω από 200.000 θέσεις εργασίας επρόκειτο να «ανατεθούν σε τρίτους» στο πλαίσιο της τρίτης φάσης των ιδιωτικοποιήσεων. Για πολλούς ειδικούς, η ριζοσπαστικότητα αυτής της μεταρρύθμισης δεν θα επιφέρει αναγκαστικά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα(2). Σύμφωνα με τον συνδικαλιστή Ρόμπερτ Χαρνέιγκ, πρόεδρο της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Ομοσπονδιακών Δημοσίων Υπαλλήλων, «(στις αρχές του 2003) ο αριθμός του προσωπικού που εργαζόταν με συμβόλαια στην άμυνα ήταν τέσσερις φορές μεγαλύτερος από τον αριθμό των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων».
Κατά τη γνώμη του, η ανάθεση έργων σε τρίτους «σημαίνει, λοιπόν, την κατάργηση θέσεων εργασίας και την εξαφάνιση μιας ορισμένης ηθικής της (ατομικής) ευθύνης(3)».
Στο πλαίσιο της ανάθεσης σε τρίτους υπηρεσιών του στρατού, πάνω από 3.000 συμβόλαια έχουν υπογραφεί ανάμεσα στις διαδοχικές κυβερνήσεις και τις ΙΣΕ, μεταξύ 1994 και 2004, αξίας πάνω από 300 δισεκατομμύρια δολάρια. Πρόκειται κυρίως για τις εταιρείες DynCorp, Military Professional Ressources Inc. (MPRI) ή Kellogg Brown and Root (KBR). Η είσοδός τους συνοδεύτηκε με προοδευτική αύξηση του αριθμού του προσωπικού του ιδιωτικού τομέα δίπλα στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις (επιμελητεία, συντήρηση, μηχανικό του στρατού, σχεδίαση οπλικών συστημάτων) στο πεδίο των μαχών.
Κατά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, το 1991, η αναλογία ήταν ένας ιδιώτης για κάθε 100 στρατιώτες. Το 2003 πέρασε στον έναν ιδιώτη για κάθε 10 στρατιώτες. Στη σημερινή φάση ανάπτυξης δυνάμεων στο Ιράκ, οι ιδιώτες αντιπροσωπεύουν τη δεύτερη δύναμη κατοχής, δηλαδή αντιστοιχούν στο 20% των αμερικανικών δυνάμεων.
Από οικονομική άποψη, και παρά τους περιορισμούς στον προϋπολογισμό των 4,5 έως 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων τον χρόνο που προβλέπονται από το επιστημονικό συμβούλιο της Αμυνας (Πεντάγωνο), οι αναμενόμενες οικονομίες δεν πραγματοποιήθηκαν.
Για πολλά από αυτά τα συμβόλαια, το αμερικανικό Ελεγκτικό Συνέδριο απέδειξε ότι το πραγματικό κόστος ξεπερνούσε κατά αρκετά εκατομμύρια δολάρια τις εκτιμήσεις και ότι οι καταχρήσεις είχαν οδηγήσει σε σημαντική υπερτιμολόγηση ορισμένων υπηρεσιών στις αγορές ανοικοδόμησης στο Ιράκ(4).
Υπερτιμολόγηση
Η πολυεθνική Χαλιμπάρτον, την οποία διηύθυνε μέχρι το 2000 ο σημερινός αντιπρόεδρος Ρίτσαρντ Τσένι, εξασφάλισε το 2003, μέσω κυρίως της θυγατρικής της, KBR, ένα σύνολο συμβολαίων αξίας πάνω από ένα δισεκατομμύριο δολάρια και αναμίχθηκε ευθέως στα σκάνδαλα που συνδέονται με τις προϋποθέσεις εξασφάλισης των συμβολαίων, αποδεικνύοντας τη συμπαιγνία ανάμεσα στην κυβέρνηση Μπους και τις πολυεθνικές του αμερικανικού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος(5).
Πέρα από τον «εξορθολογισμό του προϋπολογισμού» και την αρχική ιδεολογική διάσταση της ανάθεσης έργων σε τρίτους, προωθήθηκε μια στρατηγική αντίληψη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αναμιγμένες σε ολόκληρο τον κόσμο σε έναν διαρκή πόλεμο χαμηλής έντασης ενάντια στην «τρομοκρατία», προετοιμάζοντας ταυτόχρονα τις ένοπλες δυνάμεις τους για μεγάλες αντιπαραθέσεις, δεν μπορούν να εξασθενήσουν την ηγεσία τους με την πλήρη απομάκρυνση από χώρους μικρότερης στρατηγικής σημασίας. Εξ ου και η μεταβίβαση καθηκόντων, ώστε να απαλλαγούν οι ένοπλες δυνάμεις από τις λιγότερο ζωτικές αποστολές για την εθνική ασφάλεια.
Ολοένα και περισσότερα προγράμματα προβλέπουν επίσης να αναπτυχθούν δυνάμεις μεγιστοποιώντας την ευελιξία και τις ικανότητες γρήγορης αντίδρασης, και εξαλείφοντας τα στάδια διοικητικού ελέγχου και γραφειοκρατικών διαδικασιών. Επιπλέον, προσφέρουν μια εναλλακτική λύση σε μια εξωτερική πολιτική, η οποία βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο του Κογκρέσου, όσον αφορά την αποστολή δυνάμεων, τον πολιτικό στόχο «μηδενικών θανάτων» και τη διεξαγωγή παράνομων ενεργειών.
Μπορούν, επίσης, να επιτρέψουν επιχειρήσεις που βρίσκονται σε αντίφαση με τις «επίσημες» στρατηγικές επιλογές: η αμερικανική κυβέρνηση, ενώ εξέφραζε την ουδετερότητά της και είχε αναμιχθεί στη διατήρηση της ειρήνης στη Βοσνία, μέσω της Implementation Force (IFOR, Δύναμη Εφαρμογής), επέτρεψε στην εταιρεία MPRI να διευκολύνει το λαθρεμπόριο όπλων, παραβιάζοντας το εμπάργκο του ΟΗΕ και εκπαιδεύοντας τον στρατό της Κροατο-μουσουλμανικής Ομοσπονδίας που ετοίμαζε τη μεγάλη επίθεση του 1994 στην Κράινα(6).
Αξιόπιστοι εταίροι
Οι αμερικανικές εταιρείες (Vinnell Corp., MPRI, Cubic ή Logicon) συγκρότησαν και εκπαίδευσαν τις ένοπλες δυνάμεις πάνω από 40 χωρών, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '90 , στο πλαίσιο προγραμμάτων στρατιωτικής συνεργασίας(7).
Αυτά τα δίκτυα αποτελούν εξαιρετικούς διαύλους για τη διάδοση των αμερικανικών στρατιωτικών προδιαγραφών στη Λατινική Αμερική, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή, και για τη συγκρότηση ad hoc συμμαχιών. Στην αφρικανική ήπειρο, οι ΙΣΕ αναλαμβάνουν την αμερικανική στρατιωτική επιμελητειακή υποστήριξη και τη διαχείριση ειδικών που υποστηρίζουν τις επείγουσες επιχειρήσεις. Εχουν, εξάλλου, αναπτύξει στρατηγικές επέκτασης και αναζήτησης νέων αγορών, στην Ευρώπη ή στις χώρες του Νότου.
Οι ΙΣΕ παίζουν, πλέον, ζωτικό ρόλο στο σύστημα της αμερικανικής άμυνας και, κυρίως, στην υποστήριξη της λογικής της ως εκστρατευτικού σώματος(8).
Μερικές από αυτές έχουν πραγματοποιήσει, εδώ και αρκετά χρόνια, σημαντική δουλειά στον τομέα των λόμπι, για να παρουσιαστούν ως αξιόπιστοι εταίροι στη διαχείριση επιχειρήσεων ειρήνης, με κίνδυνο να βαθύνουν τη σύγχυση που υπάρχει ήδη ανάμεσα σε αναπτυξιακή βοήθεια, ανθρωπιστική βοήθεια και στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Αυτής της φάσης προηγήθηκε η αναδιάρθρωση της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας, όπου σημειώθηκαν, εδώ και πέντε χρόνια, πολλές συγχωνεύσεις και εξαγορές(9). Χάρη στις δραστηριότητες των υπηρεσιών, οι πολυεθνικές που προτείνουν να χρησιμοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας (ΝΤΠΕ) για να «κυριαρχήσουν στα μελλοντικά πεδία της μάχης», διεισδύουν σε έναν επικερδή τομέα.
Πείρα και εξειδίκευση
Οπως εξηγούσε ο επικεφαλής της L-3 Communications, Φρανκ Λάντζα, κατά τη διάρκεια της εξαγοράς της εταιρείας MPRI, το 2000: «Η MPRI είναι μια εταιρεία σε πλήρη επέκταση, με αρκετά περιθώρια κέρδους και ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που δεν έχει καμία άλλη επιχείρηση στον τομέα της εκπαίδευσης δυνάμεων, και οι υπηρεσίες της είναι συμπληρωματικές των προϊόντων μας. (...)
Η MPRI είναι, επίσης, πολύ δραστήρια στη διεθνή σκηνή, καθώς η αλλαγή του πολιτικού κλίματος προκάλεσε αύξηση στη ζήτηση ορισμένων υπηρεσιών... Εξάλλου, αυτά τα προγράμματα τείνουν να επεκταθούν και να μας οδηγήσουν προς άλλες δυνατότητες(10)».
Την άλλη όψη του νομίσματος υπενθυμίζει έκθεση της «Government Accountability Office» (GAO), η οποία υπογραμμίζει την έλλειψη ελέγχου των ΙΣΕ, καθώς κανένα κεντρικό σύστημα δεν είναι ικανό να παρακολουθεί τα πολυάριθμα συμβόλαια ανάθεσης έργων σε τρίτους, που υπογράφουν οι αμερικανικές υπηρεσίες(11).
Μολονότι οι διεθνείς κανονισμοί δεν έχουν προσαρμοστεί καθόλου στον αγώνα ενάντια στις παρεκκλίσεις του επιχειρηματικού «μισθοφορισμού», και παρά την ύπαρξη ελέγχου της πώλησης στρατιωτικών υπηρεσιών στις ΗΠΑ, οι σημερινές πρακτικές αποβλέπουν να παρακάμψουν αυτές τις νομοθεσίες, κυρίως στον τομέα των πληροφοριών και των ειδικών επιχειρήσεων(12).
Για τη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση, η αξιοποίηση αυτών των νομικών κενών αποτελεί στοιχείο αποτελεσματικής απάντησης στην τρομοκρατία. Αλλά η αποποίηση των ευθυνών από τον πολιτικό τομέα με την ανάθεση έργων σε τρίτους θέτει όρια στον συγκαλυμμένο «μισθοφορισμό».
Η εμπορική και φιλελεύθερη πρόσοψη αυτής της δυναμικής μπορεί να προκαλέσει σοβαρές παρεκκλίσεις(13). Η αυξανόμενη χρήση πολιτικών πόρων για να υποστηριχθούν οι μακρές επεμβάσεις, με την κινητοποίηση στο έπακρο των δυνάμεων της εφεδρείας και των ιδιωτικών φορέων, φτάνει μέχρι το σημείο να απειλεί την ισορροπία του επαγγελματικού στρατού που εγκαθιδρύθηκε μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Εξάλλου, στις αρχές του 2004, ιδιώτες που εργάζονταν για τις αμερικανικές ΙΣΕ CACI Inc. και Titan Corporation αναμίχθηκαν στο σκάνδαλο της κακομεταχείρισης ιρακινών κρατουμένων.
Πρόσκληση για καταχρήσεις
Για τον Κένεθ Ροθ, εκτελεστικό διευθυντή της Human Rights Watch, ο οποίος μιλούσε στον τύπο, στις 30 Απριλίου 2004, «εάν το Πεντάγωνο σκοπεύει να χρησιμοποιήσει ιδιώτες συμβαλλόμενους για στρατιωτικές αποστολές ή αποστολές πληροφοριών, θα πρέπει να είναι βέβαιο ότι υπόκεινται σε περιορισμούς και σε νόμιμους ελέγχους, (γιατί το να επιτραπεί σε αυτούς τους φορείς) να δράσουν σε νομικό κενό αποτελεί πρόσκληση για καταχρήσεις». Το 2000, έκθεση του επίσημου Εθνικού Πανεπιστημίου Αμυνας της Ουάσιγκτον αναγνώριζε ότι: «Η ιδιωτικοποίηση είναι ίσως λιγότερο δαπανηρή από μια στρατιωτική επέμβαση, αλλά η ποιότητα του αποτελέσματος και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να τεθούν σε κίνδυνο(14)».
Στην ανάθεση έργων σε τρίτους, διακρίνουμε παραδοσιακά τις υπηρεσίες υποστήριξης του στρατού και τις επιχειρησιακές λειτουργίες στο πεδίο της μάχης. Ωστόσο, οι διαχωριστικές γραμμές έχουν γίνει συγκεχυμένες μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Λόγω της πολιτικο-στρατηγικής επιλογής στο Ιράκ, η ανάθεση έργων σε τρίτους και η «μισθοφοροποίηση» συγχωνεύονται σε νέα επιχειρησιακά δόγματα και οι ιδιωτικοί φορείς έχουν αναμιχθεί πολλές φορές στις μάχες.
Μετά την ιρακινή ήττα, η εξασφάλιση ευαίσθητων τοποθεσιών ανατέθηκε πολύ γρήγορα σε ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να υπάρχουν πραγματικά μέσα για να τους ελέγξουν. Τον Σεπτέμβριο του 2003, η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η εταιρεία Erinys Iraq Ltd. ανέλαβε να εκπαιδεύσει χιλιάδες Ιρακινούς για να φυλάσσουν τις εγκαταστάσεις γύρω από τον πετρελαιαγωγό Κιρκούκ-Τσεϊχάν, ο οποίος δεχόταν πολλές επιθέσεις. Για να καταλάβουν τις θέσεις στελεχών και να εκπαιδεύσουν τους στρατολογημένους που εργάζονταν για την Erinys Iraq, βρέθηκαν εκεί πολλά επίλεκτα στελέχη της νοτιοαφρικανικής αστυνομίας. Ως μπούμερανγκ, αυτή η δυναμική επηρεάζει σοβαρά τους δυτικούς θεσμούς ασφαλείας και τους στρατιωτικούς θεσμούς: το προσωπικό των ειδικών δυνάμεων, προσελκυόμενο από αμοιβές που μερικές φορές είναι δέκα φορές μεγαλύτερες, καταφεύγει στον ιδιωτικό τομέα(15). Μακροπρόθεσμα, αυτή η αιμορραγία υπερεξειδικευμένων ανθρώπινων πόρων μπορεί να προκαλέσει απώλεια της τεχνογνωσίας (συντήρηση των υπερσύγχρονων οπλικών συστημάτων, εκπαίδευση πιλότων) που έχει αναπτυχθεί αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα.
Επικερδής αγορά
Η απουσία κάθε μορφής μονάδας διοίκησης και ελέγχου, όπως και η ανυπαρξία τυποποιημένων διαδικασιών στρατολόγησης του προσωπικού των ΙΣΕ, ανησυχούν αυξανόμενο αριθμό αμερικανών αξιωματικών. Η σύλληψη ομήρων και οι δολοφονίες «ιδιωτικών στρατιωτών» πολλαπλασιάζονται, και οι στρατιωτικοί δεν είναι σε θέση να προστατεύσουν αυτούς τους «πολίτες». Οι τέσσερις άνδρες που κάηκαν και κρεμάστηκαν από το πλήθος στη Φαλούτζα, στα τέλη Μαρτίου 2004, και των οποίων ο θάνατος ήταν η αιτία βίαιων συγκρούσεων, υπήρξαν υπάλληλοι της αμερικανικής εταιρείας Blackwater Security.
Μολονότι το σχέδιο αφοπλισμού, αποστράτευσης και (θεωρητικής) επανένταξης στην πολιτική ζωή των Ιρακινών πρώην στρατιωτών, κακά σχεδιασμένο και εφαρμοσμένο κατά τρόπο καταστροφικό, δημιούργησε «κενό ασφαλείας», το Πεντάγωνο έδωσε στη δημοσιότητα, στα τέλη Ιουνίου 2003, την υπογραφή ενός συμβολαίου αξίας 48 εκατομμυρίων δολαρίων προς όφελος της Vinnell Corp. για τη δημιουργία και την εκπαίδευση του πυρήνα του νέου ιρακινού στρατού. Αλλες εταιρείες, όπως η MPRI, συνδέθηκαν με αυτό το πρόγραμμα ως υπεργολάβοι. Ταυτόχρονα, η εκπαίδευση των δυνάμεων της ιρακινής αστυνομίας ανατέθηκε στην DynCorp Aerospace Operations, από τον Απρίλιο του 2003, για λογαριασμό του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.
Τέλος, με την ανάπτυξη των τοπικών ενόπλων οργανώσεων και την ένταση αυτού που οι Αμερικανοί περιγράφουν ως εξέγερση, το Ιράκ μπήκε σε έναν κυκεώνα βίας, όπου η επέμβαση ατόμων της ιδιωτικής ασφάλειας έχει προκαλέσει, κατά τρόπο παράδοξο, αύξηση της αστάθειας, σε σημείο που αυτή να γίνει μία πολύ επικερδής αγορά, με αμοιβές που μπορεί να φτάσουν μέχρι και τα 1.000 δολάρια την ημέρα.
Πολλές χιλιάδες πρώην στρατιωτικοί εργάζονται, στο πλαίσιο συμβολαίων ασφαλείας, για λογαριασμό δυτικών πολιτικών υπηρεσιών, ενώ η Kroll και η Control Risks εξασφαλίζουν, για παράδειγμα, την ασφάλεια του προσωπικού της Αμερικανικής Υπηρεσίας Διεθνούς Ανάπτυξης (USAID) και της βρετανικής διπλωματίας και συνεργασίας.
Η ιρακινή κρίση δείχνει ξεκάθαρα ότι αυτοί οι ιδιωτικοί φορείς, που είναι παρόντες στις ουσιαστικές φάσεις της σύγκρουσης αλλά και μετά τη σύγκρουση, εκπληρώνουν απαραίτητες λειτουργίες στην άσκηση της βίας από την αμερικανική δύναμη. Η εξάπλωση του δυτικού επιχειρηματικού «μισθοφορισμού» σε αυτή τη χώρα είναι αποτέλεσμα μιας συνειδητής πολιτικής πειραματισμού νέων μορφών επέμβασης. Αλλά, αυτές οι πολιτικές επιλογές αγνοούν τη σημασία των σημερινών δυσκολιών, όπως δείχνει η παραχώρηση, τον Μάιο του 2004, ενός συμβολαίου 293 εκατομμυρίων δολαρίων στην Aegis Defence Service (μια ΙΣΕ που δημιουργήθηκε το 2003 και διευθύνεται από τον βρετανό συνταγματάρχη Τιμ Σπάισερ), με στόχο τον συντονισμό πάνω από πενήντα ιδιωτικών εταιρειών και την προσφορά άμεσης προστασίας στις επιχειρήσεις ανοικοδόμησης.
Πρόβλημα κυριαρχίας
Ωστόσο, πολλοί αγγλοσάξονες διπλωμάτες δεν φαίνεται να θεωρούν ανησυχητική την ιδιωτικοποίηση. Το Μάιο, ανώτατος πολιτικός αξιωματούχος της συμμαχίας είχε βεβαιώσει ανωνύμως, κατά τη διάρκεια διάσκεψης στο Παρίσι, ότι ο πολλαπλασιασμός των ΙΣΕ είναι «μια υγιής κατάσταση», η οποία θα μπορούσε να επαναληφθεί εάν κατέληγε με επιτυχία στο Ιράκ.
Η ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων ειρήνης γίνεται, λοιπόν, κατά τρόπο σταδιακό «ωθώντας συνεχώς τα όρια» της ανάθεσης στρατιωτικών λειτουργιών σε τρίτους.
Ο αμερικανός πρώην πολιτικός διοικητής του Ιράκ, Πολ Μπρέμερ, με την απόφασή του να μην συμπεριληφθεί ο τομέας της ιδιωτικής ασφάλειας στη νέα ιρακινή νομοθεσία, απέκλεισε κάθε έλεγχο αυτού του τομέα από τους Ιρακινούς.
Εάν, στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, ο πολλαπλασιασμός των πολιτικών και στρατιωτικών ιδιωτικών φορέων υπηρετεί τα εθνικά στρατηγικά συμφέροντα (η ποσότητα των συμβολαίων που έχουν υπογραφεί με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση υποχρεώνει τις ΙΣΕ στη νομιμοφροσύνη απέναντι στην εξουσία), τα τελευταία γεγονότα στο Ιράκ δείχνουν ότι είναι κυρίως πηγή χάους και διαιώνισης των συγκρούσεων.
Στην πραγματικότητα, η ιδιωτικοποίηση της βίας θέτει σε κίνδυνο τη μελλοντική ιρακινή κυριαρχία.
Υπογραμμίζει το ασυμβίβαστο των αμερικανικών οικονομικών στόχων με την τοπική πολιτική πραγματικότητα. Επειδή οι ΙΣΕ προτείνουν λύσεις «με το κλειδί στο χέρι» -από συμβουλές μέχρι την πραγματοποίηση επιτόπου, λόγω της αυξανόμενης συγκέντρωσης εμπειρίας και του δυαδικού χαρακτήρα των οπλικών συστημάτων που βασίζονται στην πληροφορική και προκύπτουν από τις νέες τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας- , οι ίδιες επιβάλλουν μια υπερβολικά τεχνική ανάγνωση των συγκρούσεων σε βάρος της πολιτικής ανάγνωσης.
Κρυφοί πολέμοι
Οι ΙΣΕ ανατρέπουν τις παραδοσιακές πολιτικο-στρατιωτικές και πολιτικές ισορροπίες στις κοινωνίες που βγαίνουν από κρίσεις, αλλά επίσης και στη Δύση. Ανακατεύοντας τις παραδοσιακές κατηγορίες, πολιτικές/στρατιωτικές και ιδιωτική/δημόσια, αυτοί οι υβριδικοί φορείς λειτουργούν συχνά ως άτυπα δίκτυα που ευνοούν τη διαφθορά και την εγκληματικότητα.
Το αμερικανικό στρατηγικό σύστημα παγκόσμιας επέμβασης, έτσι όπως οικοδομείται προσφέροντάς τους κεντρική θέση, γεννά αστάθεια, ακόμη και χάος. Νομιμοποιεί, με παραπλανητικό τρόπο, τη μονομερή άσκηση της αμερικανικής δύναμης στον κόσμο ή στις «ασταθείς» ζώνες του Νότου, όπου η CIA, οι ειδικές δυνάμεις και οι ιδιωτικές στρατιωτικές εταιρείες διεξάγουν πολέμους χαμηλής έντασης.
Ο επιχειρηματικός «μισθοφορισμός», έκφραση της επικράτησης νέου τύπου συγκρούσεων και εξασθένησης των κρατών στη διεθνή σκηνή, μολονότι ξεκίνησε στο πλαίσιο κυβερνητικών πολιτικών, προμηνύει τις συγκρούσεις που θα πολλαπλασιαστούν στα όρια της παγκοσμιοποίησης.
Η ιδιωτικοποίηση της βίας θα παίξει εκεί καθοριστικό ρόλο. Στους ηγέτες της συμμαχίας, η ιρακινή εμπειρία θα έχει απλώς επιτρέψει να δοκιμάσουν καλύτερα τις συνέπειες της ανάθεσης έργων σε τρίτους πριν τη συστηματοποιήσουν.
(1) Frank Camm, Expanding Private Production to Defense Services, Rand Report MR734, Santa Monica, 1996.
(2) John Deal & James Ward, «Second Thoughts on οutsourcing for the Army», Army Magazine, Association of the United States Army, Arlington (Virginie), Μάιος 2001 (σ. 54) και Michael Ο' Hanlon, «Breaking the Army», «The Washington Post», 3 Ιουλίου 2003.
(3) Αναφέρεται από τη Maya Kulycky, «How far can a war be outsourced?», MSNBC News (MSNBC.com), 14 Ιανουαρίου 2003. URL: http:// www.msnbc.com/id/3072959/
(4) US GAO, «Contingency Operations: Army Should Do More to Control Contract Cost in the Balkans», NSDIAD-00-225, Οκτώβριος 2000.
(5) Walter F. Roche Jr. & Ken Silverstein, «Iraq: advocates of war now profit from iraq's reconstruction», Los Angeles Times, 14 Ιουλίου 2004.
(6) Βλέπε Sami Makki, Sarah Meek et al., «Private Military Companies and the Proliferation of Arms», «Biting the Bullet Briefing 11», International Alert, Λονδίνο, Ιούνιος 2001, σ. 10.
(7) Deborah Avant, «Privatizing Military Training», Foreign Policy in Focus, τόμος 7, αρ. 6, Institute for Policy Studies, Washington D.C., Μάιος 2002.
(8) Βλέπε Stephen Perris & David Keithly, «Outsourcing the sinews of war: contractor logistics», Military Review, US Army Command and General Staff College, Fort Leavenworth (Kansas), Οκτώβριος 2001, σ. 72-83.
(9) Βλέπε Murray Weidenbaum, «The Changing Structure of the US Defense Industry», Orbis (Foreign Policy Research Institute), Philadelphia (Pennsylvanie), φθινόπωρο 2003.
(10) « L-3 Com. announces acquisition of MPRI», Business Wire, 18 Ιουλίου 2000, αναφέρεται από τον Peter W. Singer, Corporate Warriors: the Rise of the Privatized Military Industry, Ithaca and London, Cornell University Press, 2003, σ. 134.
(11) US GAO, «Military Operations: Contractors Provide Vital Services to Deployed Forces but Are Not Adequately Addressed in DoD Plans», Report GAO-03-695, Washington D.C., Ιούνιος 2003.
(12) Βλέπε Eugene Smith, «The new condottieri and US policy : the privatization of conflict and its implications», Parameters, US Army War College Quarterly, Carlisle (Pennsylvanie), χειμώνας 2002-2003.
(13) Thomas Adams, «The new mercenaries and the privatization of conflict», Parameters, US Army War College Quarterly, Carlisle (Pennsylvanie), καλοκαίρι 1999, σ. 103.
(14) National Defense University, Strategic Assessment 1999, Washington D.C., 2000, σ. 240.
(15) Βλέπε τον φάκελο του «Courrier international», αρ. 710, «Irak: drole d'independance», Ιούνιος 2004, σ. 49-52.
* Ερευνητής στο Διεπιστημονικό Κέντρο Ερευνών για την Ειρήνη και Στρατηγικών Μελετών (Cirpes), Παρίσι, και συγγραφέας του Militarisation de l' humanitaire, privatisation du militaire, Cirpes, Παρίσι, 2004.
LE-MONDE - 26/12/2004

0 Comments:

Post a Comment

<< Home